Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
χαύνωμα — loosened earth neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
χαύνωμα — ώματος, τὸ, Α [χαυνῶ] 1. χαλαρότητα 2. αραιή σύσταση … Dictionary of Greek